
Ο Καρκίνος του Παχέος Εντέρου είναι η 3η σε συχνότητα νεοπλασία διεθνώς. Είναι μία νόσος δυνητικά ιάσιμη εάν διαγνωστεί σε αρχικό στάδιο, ωστόσο με την κατάλληλη χειρουργική και συμπληρωματική θεραπευτική αντιμετώπιση, το ποσοστό ίασης είναι υψηλό ακόμη και στο επόμενο στάδιο.
Η πιθανότητα να αναπτύξει ένας άνθρωπος καρκίνο στο παχύ έντερο εξαρτάται τόσο από γενετικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Οι βασικότεροι παράγοντες κινδύνου είναι:
Περιβαλλοντικοί παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά και τους οποίους μπορούμε να τροποποιήσουμε προς όφελός μας είναι:
Η νόσος πολύ συχνά αποτελεί την εξέλιξη προϋπαρχόντων πολυπόδων στο έντερο. Οι πολύποδες μπορούν να εξαιρεθούν είτε κατά την ενδοσκόπηση είτε με τοπική χειρουργική εκτομή, ανάλογα με τον τύπο τους. Η διαδικασία καρκινογένεσης, μετατροπής δηλαδή ενός πολύποδα σε κακοήθη όγκο, είναι χρονοβόρα, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική τη διενέργεια τακτικού ενδοσκοπικού ελέγχου, με βάση τις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες.
Όλα τα άτομα ηλικίας 50 ετών και άνω πρέπει να υποβληθούν σε κολονοσκόπηση και ακολούθως σε επανάληψη της εξέτασης ανά 2ετία / 5ετία ή 10ετία, αναλόγως των ευρημάτων. Τα τελευταία χρόνια βέβαια, τόσο λόγω κληρονομικότητας όσο και της επιβλαβούς περιβαλλοντικής επίδρασης, πλήττονται ολοένα και συχνότερα άτομα νεότερης ηλικίας. Σε περιπτώσεις λοιπόν θετικού οικογενειακού ιστορικού για καρκίνο του παχέος εντέρου, συνιστάται η έναρξη του προληπτικού ελέγχου να γίνεται σε μικρότερες ηλικίες, τουλάχιστον 10 έτη νωρίτερα από την ηλικία εμφάνισης της νόσου στο συγγενή 1ου βαθμού.
Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί τη μοναδική ελπίδα για ίαση της νόσου, ανάλογα με την εντόπιση και το στάδιο. Η επέμβαση συνίσταται στην αφαίρεση του τμήματος του εντέρου που περιλαμβάνει τον όγκο συγχρόνως με τους λεμφαδένες της πάσχουσας περιοχής (ογκολογική #κολεκτομή). Η #λαπαροσκοπική κολεκτομή, σύμφωνα με όλες τις σύγχρονες πολυκεντρικές μελέτες, έχει απολύτως ίδια ογκολογική επάρκεια με το παραδοσιακό ανοικτό χειρουργείο, ωστόσο πλεονεκτεί σαφέστατα στην ταχύτητα μετεγχειρητικής ανάρρωσης και επανόδου στην καθημερινή δραστηριότητα αλλά και στη συχνότητα εμφάνισης συγκεκριμένων μετεγχειρητικών επιπλοκών.

Στοιχεία Επικοινωνίας