Ο όρος ¨καρκίνος του στομάχου¨ αναφέρεται στο τυπικό αδενοκαρκίνωμα του στομάχου, όγκο υψηλής κακοήθειας με χαρακτηριστική τάση για επέκταση τόσο τοπικά όσο και σε απομακρυσμένα όργανα.
Ο καρκίνος του στομάχου αποτελεί το 95% όλων των κακοηθειών του οργάνου. Αφορά άτομα ηλικίας περίπου 60 ετών και συχνότερα άντρες από ότι γυναίκες σε αναλογία 3/1. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία μικρή αλλά σταθερή μείωση της επίπτωσής του παγκοσμίως.
Η νόσος συνήθως σε αρχικό στάδιο δεν συνοδεύεται από εμφανή συμπτώματα που να παρακινούν τον ασθενή να επισκεφθεί τον ιατρό και ως εκ τούτου, συχνά διαγιγνώσκεται σε προχωρημένα στάδια.
Η πάθηση αφορά νεοπλάσματα που εξορμώνται από οποιοδήποτε τμήμα του στομάχου, προκαλώντας περισσότερους από 800.000 θανάτους ετησίως. Η νόσος εξαπλώνεται λεμφογενώς και αιματογενώς. Μερικές από τις συνήθεις θέσεις μετάστασης είναι:
Η πρόγνωση της πάθησης καθορίζεται από το στάδιό της. Σε προχωρημένα στάδια, λιγότερο από το 15% των ασθενών καταφέρνει να επιβιώσει για περισσότερους από 6 μήνες. Σε πρώιμα στάδια της νόσου, η 2ετής επιβίωση προσεγγίζει το 65% των ασθενών.
Ορισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες συντελούν στην εμφάνιση καρκίνου του στομάχου, μεταξύ των οποίων είναι:
Επιδημιολογικές έρευνες αποδεικνύουν τη συσχέτιση του καρκίνου στομάχου με τη διατροφή του ασθενούς και την βλαπτική επίδραση συγκεκριμένων τροφών και διατροφικών συνηθειών, όπως:
Τα συμπτώματα του γαστρικού καρκίνου είναι συνήθως μη ειδικά, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με την ταχεία ανάπτυξη και επέκταση του νεοπλάσματος, οδηγεί συχνά στην καθυστερημένη διάγνωση. Γενικά σημεία και συμπτώματα είναι:
Η θεραπεία είναι αποκλειστικά χειρουργική και ανάλογα με το στάδιο της νόσου μπορεί να έχει και εντυπωσιακά αποτελέσματα (>90% 5ετής επιβίωση αν ο καρκίνος διαγνωσθεί σε πολύ πρώιμο στάδιο).
Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί τη μοναδική ελπίδα για πλήρη θεραπεία περιπτώσεις καρκίνου στομάχου. Το γεγονός αυτό ωστόσο προϋποθέτει την έγκαιρη διάγνωση της νόσου.
Σημαντική προϋπόθεση για το θεραπευτικό χαρακτήρα της επέμβασης αποτελεί η απουσία μετάστασης σε άλλα όργανα ή σε άλλα σημεία της κοιλιακής χώρας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο συνδυασμός χειρουργικής και διεγχειρητικής χημειοθεραπείας (HIPEC) ενδεχόμενα να αυξήσει τη συνολική επιβίωση, χωρίς όμως να μπορεί να επιτύχει ίαση της νόσου.
Η ανοιχτή γαστρεκτομή αποτελεί την παραδοσιακή μέθοδο αντιμετώπισης του καρκίνου στομάχου. Πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία, ενώ ο γενικός χειρουργός εκτελεί μία τομή 20-25εκ. κάτω από το στέρνο, μέχρι και τον ομφαλό.
Όταν ο όγκος είναι στο κεντρικό ή άνω τμήμα του στομάχου, τότε συνήθως είναι αναγκαία η αφαίρεση όλου του στομάχου και η αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού συστήματος με ένωση του οισοφάγου με το λεπτό έντερο. Η τεχνική αυτή ονομάζεται ολική γαστρεκτομή.
Σε περιπτώσεις που ο όγκος παρατηρείται στο κατώτερο τμήμα του στομάχου, τότε αφαιρούνται τα ¾ του στομάχου, διατηρώντας το κεντρικό του τμήμα (υφολική γαστρεκτομή). Εν συνεχεία, το άνω τμήμα ενώνεται με το λεπτό έντερο, αποκαθιστώντας την οδό αποχέτευσης του παραμένοντος στομάχου.
Το είδος και η τεχνική της επέμβασης κρίνεται από τον εξειδικευμένο ιατρό, βάσει της περίπτωσης του ασθενούς, καθώς και του σταδίου της νόσου.
Η λαπαροσκοπική γαστρεκτομή αποτελεί τη σύγχρονη αξιόπιστη εναλλακτική επιλογή στην αντιμετώπιση του καρκίνου στομάχου, ωστόσο μπορεί να πραγματοποιηθεί μονάχα από έμπειρο και άρτια εκπαιδευμένο γενικό χειρουργό. Η μέθοδος αυτή εκτελείται με μικρές τομές, με τη χρήση ειδικών εργαλείων.
Το λαπαροσκόπιο το οποίο εισέρχεται στο σημείο τομής, χαρίζει στον ιατρό τη δυνατότητα να παρακολουθήσει σε υψηλή ανάλυση το εσωτερικό της κοιλίας. Η μέθοδος αυτή προσφέρει ελάχιστο μετεγχειρητικό πόνο, μικρή διάρκεια νοσηλείας και άμεση επάνοδο του ασθενή στην καθημερινότητά του.
Η διάγνωση γίνεται με γαστροσκόπηση και λήψη βιοψιών με ακρίβεια της τάξεως του 96-99%. Μετά τη διάγνωση απαιτείται περαιτέρω απεικονιστικός έλεγχος (αξονική τομογραφία) για τη σταδιοποίηση της νόσου (τοπική επέκταση, παρουσία μεταστάσεων κτλ).
Με αυτόν τον τρόπο συλλέγονται όλα τα απαραίτητα δεδομένα ώστε να σχεδιαστεί η εγχειρητική και η συνολική θεραπευτική στρατηγική. Κάθε περίπτωση έχει μοναδικά χαρακτηριστικά και αναλύεται στα πλαίσια ογκολογικού συμβουλίου, μέλη του οποίου εκτός από τη χειρουργική ομάδα είναι κορυφαίοι ογκολόγοι, γαστρεντερολόγοι, ακτινολόγοι και ακτινοθεραπευτές.
Οι επιπλοκές μετά τη διενέργεια γαστρεκτομής προσεγγίζουν το 15-25%, λόγω βαρύτητας της επέμβασης, ενώ η θνητότητα είναι της τάξεως του 1-2%. Οι επιπλοκές που μπορεί να εμφανιστούν αφορούν:
Η μετεγχειρητική πορεία της γαστρεκτομής απαιτεί ανάρρωση 2-4 εβδομάδων για πλήρη αποθεραπεία. Η αναγκαιότητα συμπληρωματικής θεραπείας θα καθοριστεί από το στάδιο της πάθησης, ενώ ο ασθενής θα τεθεί σε ένα πρόγραμμα στενής παρακολούθησης.


Στοιχεία Επικοινωνίας