Ο Καρκίνος του Παχέος Εντέρου είναι η 3η σε συχνότητα νεοπλασία διεθνώς. Είναι μία νόσος δυνητικά ιάσιμη εάν διαγνωστεί σε αρχικό στάδιο, ωστόσο με την κατάλληλη χειρουργική και συμπληρωματική θεραπευτική αντιμετώπιση, το ποσοστό ίασης είναι υψηλό ακόμη και στο επόμενο στάδιο.
Η πιθανότητα να αναπτύξει ένας άνθρωπος καρκίνο στο παχύ έντερο εξαρτάται τόσο από γενετικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Οι βασικότεροι παράγοντες κινδύνου είναι:
Περιβαλλοντικοί παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά και τους οποίους μπορούμε να τροποποιήσουμε προς όφελός μας είναι:
Η νόσος πολύ συχνά αποτελεί την εξέλιξη προϋπαρχόντων πολυπόδων στο έντερο. Οι πολύποδες μπορούν να εξαιρεθούν είτε κατά την ενδοσκόπηση είτε με τοπική χειρουργική εκτομή, ανάλογα με τον τύπο τους. Η διαδικασία καρκινογένεσης, μετατροπής δηλαδή ενός πολύποδα σε κακοήθη όγκο, είναι χρονοβόρα, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική τη διενέργεια τακτικού ενδοσκοπικού ελέγχου, με βάση τις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες.
Όλα τα άτομα ηλικίας 50 ετών και άνω πρέπει να υποβληθούν σε κολονοσκόπηση και ακολούθως σε επανάληψη της εξέτασης ανά 2ετία / 5ετία ή 10ετία, αναλόγως των ευρημάτων. Τα τελευταία χρόνια βέβαια, τόσο λόγω κληρονομικότητας όσο και της επιβλαβούς περιβαλλοντικής επίδρασης, πλήττονται ολοένα και συχνότερα άτομα νεότερης ηλικίας. Σε περιπτώσεις λοιπόν θετικού οικογενειακού ιστορικού για καρκίνο του παχέος εντέρου, συνιστάται η έναρξη του προληπτικού ελέγχου να γίνεται σε μικρότερες ηλικίες, τουλάχιστον 10 έτη νωρίτερα από την ηλικία εμφάνισης της νόσου στο συγγενή 1ου βαθμού.
Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί τη μοναδική ελπίδα για ίαση της νόσου, ανάλογα με την εντόπιση και το στάδιο. Η επέμβαση συνίσταται στην αφαίρεση του τμήματος του εντέρου που περιλαμβάνει τον όγκο συγχρόνως με τους λεμφαδένες της πάσχουσας περιοχής (ογκολογική #κολεκτομή). Η #λαπαροσκοπική κολεκτομή, σύμφωνα με όλες τις σύγχρονες πολυκεντρικές μελέτες, έχει απολύτως ίδια ογκολογική επάρκεια με το παραδοσιακό ανοικτό χειρουργείο, ωστόσο πλεονεκτεί σαφέστατα στην ταχύτητα μετεγχειρητικής ανάρρωσης και επανόδου στην καθημερινή δραστηριότητα αλλά και στη συχνότητα εμφάνισης συγκεκριμένων μετεγχειρητικών επιπλοκών.
Κατά τη διάρκεια της λαπαροσκοπικής χειρουργικής επέμβασης, ο χειρουργός πραγματοποιεί 3-4 πολύ μικρές τομές, μακριά από το σημείο που βρίσκεται η κοιλιοκήλη. Η κοιλιακή κοιλότητα στην συνέχεια διογκώνεται με αέριο (CO2), το οποίο δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο εργασίας ώστε να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η επέμβαση. Ένα οπτικό λαπαροσκόπιο (κάμερα) 3D High Definition που εισάγεται διαμέσου της μίας οπής επιτρέπει στον χειρουργό την εκτέλεση της διαδικασίας. Η παρασκευή των ιστών και η ανάταξη του περιεχομένου της κήλης γίνεται εξ’ αποστάσεως με μικροχειρουργική τεχνική, με τη χρήση ειδικών χειρουργικών εργαλείων.
Με τη λαπαροσκοπική τεχνική είναι δυνατή η επισκόπηση όλου του κοιλιακού τοιχώματος καθώς πολύ συχνά συνυπάρχουν μικρότερα χάσματα τα οποία δεν είναι εμφανή κλινικά. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατή η ολική αποκατάσταση ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα μελλοντικών υποτροπών.
Αφού ανατάξει το περιεχόμενο της κήλης (συνήθως τμήμα εντέρου και κοιλιακού λίπους) πίσω στην αρχική του θέση, ο χειρουργός πρέπει να κλείσει το χάσμα του κοιλιακού τοιχώματος, ώστε να ολοκληρωθεί η αποκατάσταση της κήλης. Η πρωτογενής συρραφή με ράμματα μόνον, πλέον αντενδείκνυται λόγω υψηλότατου κινδύνου υποτροπής της κήλης. Αντί αυτού, χρησιμοποιείται ένα ειδικής ύφανσης συνθετικό πλέγμα το οποίο καλύπτει το χάσμα και καθηλώνεται γερά στους ισχυρούς ιστούς του κοιλιακού τοιχώματος. Η στερέωση αυτή επιτυγχάνεται με ειδικό καθηλωτικό υλικό και με ράμματα. Το πλέγμα συμβάλει στο να αποφευχθεί οποιαδήποτε τάση στη σύγκλειση της κήλης, μειώνοντας δραματικά την πιθανότητα επανεμφάνισής της στο μέλλον. Το υλικό του πλέγματος (συνήθως πολυπροπυλένιο) εμφανίζει εξαιρετική συμβατότητα με τον ανθρώπινο οργανισμό ενώ ταυτόχρονα διεγείρει τη διαδικασία αναδόμησης του κοιλιακού τοιχώματος, ενσωματούμενο ουσιαστικά με αυτό, ολοκληρώνοντας την αποκατάσταση.
Η λαπαροσκοπική τεχνική αποκατάστασης της κοιλιοκήλης χαρακτηρίζεται από την τοποθέτηση του πλέγματος εντός της κοιλιακής κοιλότητας (ενδοπεριτοναϊκά – IPOM τεχνική) με ευρεία επικάλυψη του χάσματος της κήλης. Η διαδικασία αυτή φαίνεται να παρέχει τους καλύτερους μηχανισμούς αποκατάστασης της κήλης. Οι τομές είναι μικρότατες, ο ασθενής πονάει ελάχιστα έως καθόλου, σιτίζεται άμεσα, εξέρχεται πολύ γρήγορα του νοσοκομείου και δεν τοποθετούνται παροχετεύσεις, όπως απαιτείται συνήθως στην ανοικτή τεχνική.
Οι βουβωνοκήλες εμφανίζονται σαν εξογκώματα στη βουβωνική χώρα και μπορεί να γίνουν πιο εμφανείς όταν βήχετε, όταν τεντώνεστε ή όταν στέκεστε όρθιοι. Οι κήλες αυτές συνήθως δεν είναι επώδυνες και η διόγκωση που προκαλούν συχνά εξαφανίζεται στην ύπτια θέση. Με την πάροδο του χρόνου, η παρουσία της κήλης μπορεί να συνοδεύεται από ήπια δυσφορία. Σε κάθε χρονικό στάδιο, η αδυναμία να «μειωθεί» ή να αναταχθεί το εξόγκωμα πίσω στην κοιλιακή χώρα συνήθως σημαίνει ότι η κήλη εμφανίζει επιπλοκή και απαιτεί επείγουσα χειρουργική παρέμβαση.
Κινητά σπλάγχνα της κοιλίας, συνηθέστερα το επίπλουν (κοιλιακό λίπος) και το λεπτό ή παχύ έντερο, αποτελούν το περιεχόμενο της κήλης και συνεπώς διατρέχουν τον κίνδυνο να περισφιχθούν επί αδυναμίας ανάταξης της κήλης. Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε νέκρωση και γάγγραινα των οργάνων, με δυνητικά μοιραίες συνέπειες. Η χρονική στιγμή των επιπλοκών δεν είναι προβλέψιμη. Η επείγουσα χειρουργική επέμβαση της κήλης σχετίζεται με πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών σε σχέση με ένα προγραμματισμένο, «εκλεκτικό» χειρουργείο.
Παθοφυσιολογία
Στους άνδρες ενίοτε οι βουβωνοκήλες ακολουθούν την ίδια διαδρομή με τους όρχεις, όταν αυτοί μεταναστεύουν από την κοιλιά στο όσχεο κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του ουροποιογεννητικού συστήματος. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει στην παρουσία του κηλικού σάκου ακόμη και εντός του οσχέου (οσχεοβουβωνοκήλη). Πρόσθετοι παράγοντες όπως ανατομικές διαταραχές ή δομικές διαταραχές στη σύνθεση του κολλαγόνου του συνδετικού ιστού και καταστάσεις που προκαλούν αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης (παχυσαρκία, χρόνιος βήχας, δυσκοιλιότητα, εγκυμοσύνη, άρση βαρέων αντικειμένων) συμβάλλουν στην εμφάνιση της βουβωνοκήλης και στα δύο φύλα.
Η διάγνωση της βουβωνοκήλης τίθεται σχεδόν πάντα με την κλινική εξέταση και επιβεβαιώνεται ενίοτε απεικονιστικά με τη διενέργεια συνήθως υπερηχογραφήματος ώστε να αποκλειστούν άλλες παθολογικές καταστάσεις στην περιοχή.
Χειρουργική αντιμετώπιση
Η χειρουργική διόρθωση της βουβωνοκήλης ονομάζεται αποκατάσταση της κήλης. Η χειρουργική επέμβαση συνήθως διενεργείται στα πλαίσια της ημερήσιας νοσηλείας στο νοσοκομείο (one-day surgery). Υπάρχουν διάφορες χειρουργικές στρατηγικές που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την αποκατάσταση της κήλης. Οι τεχνικές αυτές περιλαμβάνουν την ανοικτή και τη λαπαροσκοπική αποκατάσταση. Σε κάθε περίπτωση πραγματοποιείται ανάταξη του περιεχομένου της κήλης στην κοιλία και σύγκλειση του χάσματος με την τοποθέτηση ενός συνθετικού υλικού (πλέγματος). Η λαπαροσκοπική μέθοδος χρησιμοποιείται συχνότερα σε εκλεκτικές περιπτώσεις και πλεονεκτεί στο ότι αποκαθιστά τη φυσιολογική ανατομία ενισχύοντας το χάσμα και τα αδύναμα κοιλιακά τοιχώματα εκ των έσω.
Η παχυσαρκία ορίζεται ως η εναπόθεση υπερβολικής ποσότητας λίπους στο σώμα. Φυσικά, η πάθηση αυτή σχετίζεται με τα κιλά του ατόμου, όμως δεν ορίζεται μόνο από αυτά. Αυτό σημαίνει πως παρόλο που κάποιος μπορεί να έχει φυσιολογικό βάρος, αν το ποσοστό λίπους στο σώμα του είναι αρκετά υψηλό, τότε μπορεί να θεωρηθεί παχύσαρκος. Η συγκεκριμένη κατάσταση έχει ορισθεί ως παχυσαρκία κανονικού βάρους και μπορεί να έχει τις ίδιες σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία με την κλασικά οριζόμενη παχυσαρκία.
Προκειμένου να καθορίσουμε αν έχουμε φυσιολογικά κιλά για το ύψος μας χρησιμοποιούμε το δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ), ο οποίος ωστόσο δε λαμβάνει υπόψιν το ποσοστό σωματικού λίπους. Για παράδειγμα, ένα άτομο με φυσιολογικό ΔΜΣ, μπορεί να έχει παράλληλα υψηλά ποσοστά λίπους στο σώμα του και ενδεχομένως να παρουσιάσει σχετιζόμενα προβλήματα υγείας.
Οι ερευνητές δεν έχουν καταφέρει ακόμα να καθορίσουν το ποσοστό εκείνο του σωματικού λίπους που θα κάνει τα άτομα φυσιολογικού βάρους να θεωρούνται παχύσαρκα, όπως επίσης και το κατά πόσον οι κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να είναι διαφορετικές ανάλογα με την ηλικία και το φύλο του ατόμου.
Όπως και στην περίπτωση της παχυσαρκίας, έτσι και στην παχυσαρκία κανονικού βάρους αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών προβλημάτων υγείας. Τα πιο συχνά προβλήματα είναι:
Ο γιατρός σας είναι αυτός που θα λύσει κάθε απορία σας σχετικά με το ποσοστό του σωματικού λίπους σας και μπορεί να θελήσει να το μετρήσει και να προτείνει πρόσθετες εξετάσεις για να διαγνώσει αν κινδυνεύετε από κάποια πάθηση σχετική με την παχυσαρκία. Επίσης, θα σας κατευθύνει σε έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής, ώστε να ξεκινήσετε να τρώτε πιο υγιεινά και να γίνετε πιο δραστήριοι, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα της συγκεκριμένης πάθησης. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, είναι αναγκαία και η στοχευμένη χειρουργική παρέμβαση.
Η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση της πλειοψηφίας των περιπτώσεων για την μετεγχειρητική κήλη της κήλης δηλαδή που δημιουργείται επί της τομής μίας παλαιάς επέμβασης, είναι η αποκατάσταση με τη λαπαροσκοπική μέθοδο από εξειδικευμένο χειρουργό.
Μόλις δοθεί αναισθησία στον ασθενή, πραγματοποιούνται πολύ μικρές τομές στη μία ή και στις δύο πλευρές πλαγίως της κήλης, ώστε να εισαχθεί το λαπαροσκόπιο (μικροκάμερα) και τα υπόλοιπα χειρουργικά εργαλεία. Στη συνέχεια, ο χειρουργός αναγνωρίζει το χάσμα της κήλης, ανατάσσει στη φυσιολογική του θέση το σπλάγχνο (λίπος ή τμήμα εντέρου) που βρίσκεται εντός της κήλης και ξεκινά την οριστική σύγκλειση του χάσματος της κήλης.
Πλην ελαχίστων πολύ μικρών κηλών (διάμετρος χάσματος < 1 εκ) όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο ισχυρά μόνιμα ράμματα για να συγκλειστεί το κηλικό χάσμα, ο κανόνας στην αποκατάσταση των μετεγχειρητικών κηλών είναι η τοποθέτηση ενός συνθετικού υλικού που θα ενισχύσει μόνιμα το κοιλιακό τοίχωμα και ονομάζεται πλέγμα. Η λαπαροσκοπική εφαρμογή του πλέγματος και η καθήλωση του με τέτοιο τρόπο ώστε να επικαλύψει το χάσμα της κήλης και να αποφευχθεί μελλοντική υποτροπή, απαιτεί εμπειρία, λαπαροσκοπική δεξιότητα και τη χρήση υψηλής ποιότητας καθηλωτικών υλικών. Με τη λαπαροσκοπική τεχνική, αποφεύγεται η εκ νέου δημιουργία τομών και χειρουργικών χειρισμών που είναι επώδυνοι για τον ασθενή, δεν τοποθετούνται σωλήνες παροχέτευσης, απαιτούνται ελάχιστα αναλγητικά και οι ασθενείς εξέρχονται τάχιστα του νοσοκομείου.
Μετά την επέμβαση, οι περισσότεροι ασθενείς επιστρέφουν στις δραστηριότητές τους μέσα σε διάστημα μίας έως δύο έως εβδομάδων, λαμβάνοντας μέτρα προφύλαξης (ζώνη κοιλίας) κυρίως κατά την πρώτη εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με τον υπεύθυνο ιατρό για οποιοδήποτε θέμα απασχολήσει τον ασθενή μέχρι την πλήρη αποκατάσταση.
Η βαριατρική χειρουργική (χειρουργική για την απώλεια βάρους) είναι η μοναδική μακροπρόθεσμα αποτελεσματική θεραπεία της κλινικά σοβαρής παχυσαρκίας. Η επιτυχία μίας βαριατρικής επέμβασης έγκειται τόσο στην απώλεια του πλεονάζοντος βάρους όσο και στη διατήρηση της απώλειας αυτής στο χρόνο. Υπάρχει όμως και ένα μικρό ποσοστό ασθενών στους οποίους η βαριατρική επέμβαση δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Έτσι, σε ποικίλο χρονικό διάστημα αυτοί οι ασθενείς βιώνουν μια τραυματική εμπειρία από την επανάκτηση βάρους. Τα άτομα αυτά νιώθουν απογοήτευση και θυμό καθώς ξαναζούν καταστάσεις που ήθελαν να απωθήσουν δια παντός. Οι αιτίες του γεγονότος αυτού είναι διάφορες, ωστόσο μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στις εξής:
Ο βασικός τρόπος να μην βιώσει κάποιος την «αποτυχία» είναι η πρόληψη, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Τούτο βασίζεται πρωτίστως στην ορθή επιλογή της αρχικής επέμβασης , ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του ασθενούς. Η επιλογή δεν πρέπει να βασίζεται στη μόδα της εποχής ή στην μυωπική εμμονή σε συγκεκριμένο είδος επέμβασης. Θα πρέπει να εξατομικεύεται και να επιλέγεται μετά από εξονυχιστική διερεύνηση και συζήτηση.
Σε περίπτωση που μία αρχική επέμβαση δεν αποδώσει τα αναμενόμενα, η επανάκτηση βάρους είναι μία δύσκολη συναισθηματική κατάσταση για τον ασθενή. Η μόνη όμως πραγματική αποτυχία είναι η εγκατάλειψη της προσπάθειας. Δεδομένου ότι οι επανεπεμβάσεις για παχυσαρκία είναι σύνθετες εγχειρήσεις, απαιτείται εξονυχιστική διερεύνηση πριν προταθεί και καθοριστεί το είδος της επανεπέμβασης. Οι ερωτήσεις που πρέπει οπωσδήποτε να απαντηθούν είναι:
Υπάρχουν διάφοροι αλγόριθμοι επιλογής μίας νέας επέμβασης. Ωστόσο, βασικός κανόνας συνήθως είναι το ότι μία αρχική περιοριστική επέμβαση που απέτυχε δεν πρέπει να επαναδιενεργηθεί (π.χ. αφαίρεση ενός δακτυλίου και τοποθέτηση νέου).
Άριστες επιλογές βαριατρικών επανεγχειρήσεων είναι:
Οι βαριατρικές επανεγχειρήσεις συνήθως επιτυγχάνουν την περαιτέρω απώλεια βάρους, παρόλο που τα αποτελέσματα ποικίλουν ανάλογα με την αρχική επέμβαση αλλά και τη δυνατότητα του ασθενούς να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του ιατρού για τη διατροφή και την άσκηση που πρέπει να ακολουθήσει στη συνέχεια. Είναι απαραίτητο να γίνει αντιληπτό πως μία βαριατρική επανεγχείρηση είναι μία περίπλοκη διαδικασία. Επομένως, είναι σημαντικό να επιλέξετε έναν χειρουργό με εμπειρία και εξειδίκευση σε τέτοιου είδους επεμβάσεις.
Το μεταβολικό σύνδρομο είναι μία διαταραχή που περιγράφηκε αναλυτικά το 1988 από τον Gerald Reaven και περιλαμβάνει την ταυτόχρονη παρουσία, στο ίδιο άτομο, παθήσεων υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου. Τέτοιες είναι η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η αρτηριακή υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία. Το σύνδρομο αυτό εμφανίζεται στο 40% του πληθυσμού σε άτομα μεγαλύτερα των 60 ετών, παρόλο που υπάρχει εκτίμηση ότι στις ΗΠΑ συναντάται και σε άτομα άνω των 20 ετών με ποσοστό 24%.
Το μεταβολικό σύνδρομο θεωρείται ότι προκαλείται κυρίως λόγω διατροφής που είναι πλούσια σε λιπαρά και υδατάνθρακες και όπως είναι φυσικό παρατηρείται σε μεγαλύτερη συχνότητα στο δυτικό κόσμο.
Η παχυσαρκία και ιδιαίτερα η μορφή της που χαρακτηρίζεται από σημαντική εναπόθεση λίπους ενδοκοιλιακά (σπλαγχνική παχυσαρκία), προκαλεί ελάττωση της δραστικότητας της ενδογενούς ινσουλίνης επί των ιστών (κυρίως των μυών, του ήπατος και του λιπώδους ιστού). Αυτή η κατάσταση ονομάζεται αντίσταση στην ινσουλίνη και προδιαθέτει σε μεγάλο βαθμό στην εμφάνιση του συνδρόμου. Επιπλέον, η ελαττωμένη σωματική δραστηριότητα, το χαμηλό βάρος γέννησης, η πρόοδος της ηλικίας και το κάπνισμα συνδέονται επίσης με το σύνδρομο.
Δυστυχώς, το μεταβολικό σύνδρομο είναι συνήθως ύπουλο με αποτέλεσμα συνήθως να μην υπάρχουν συμπτώματα ή να σχετίζονται με τις επιμέρους παθήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Το μεταβολικό σύνδρομο συνδέεται άμεσα με αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακών νοσημάτων, όπως έμφραγμα και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, ενώ αποτελεί γενεσιουργό αιτία μίας πλειάδας νοσημάτων, όπως η στεάτωση ήπατος, χολολιθίαση, άπνοια στον ύπνο, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και αρκετές μορφές καρκίνου.
Η παχυσαρκία αποτελεί το πιο σημαντικό αίτιο του συνδρόμου που πρέπει να αντιμετωπίσει ο ασθενής. Με την απώλεια βάρους θα βελτιωθούν οι μεταβολικές διαταραχές, όπως το σάκχαρο, η πίεση και τα αυξημένα λιπίδια, μέσω της βελτίωσης της αντίστασης στην ινσουλίνη.
Γενικά, ο ασθενής θα πρέπει να ακολουθήσει μία υποθερμιδική δίαιτα με πολλά μικρά γεύματα, να εντάξει στην καθημερινότητά του την άσκηση και να διακόψει το κάπνισμα και το αλκοόλ. Επίσης, θα πρέπει να αντιμετωπίσει με ειδική φαρμακευτική αγωγή τις διάφορες μεταβολικές διαταραχές που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Εντούτοις, σε περίπτωση συνύπαρξης παχυσαρκίας με δείκτη μάζας σώματος μεγαλύτερο του 30, η ενδεδειγμένη σύγχρονη αντιμετώπιση (σύμφωνα με τις οδηγίες 51 Ενδοκρινολογικών Εταιριών παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής) του μεταβολικού συνδρόμου και του διαβήτη τύπου 2 είναι η διενέργεια μεταβολικής χειρουργικής επέμβασης. Η μεταβολική χειρουργική βελτιώνει ή και θεραπεύει πλήρως το διαβήτη τύπου 2 ανεξάρτητα από την απώλεια βάρους την οποία, ωστόσο, επίσης επάγει.
Η προτεινόμενη σύγχρονη αντιμετώπιση του Διαβήτη 2 παρατίθεται στο παρακάτω διάγραμμα:

Τα εκκολπώματα είναι μικρές προσεκβολές στα αδύναμα σημεία του τοιχώματος του παχέος εντέρου, με σακοειδή μορφή. Εντοπίζονται συνηθέστερα στο αριστερό τμήμα του παχέος εντέρου (σιγμοειδές). Ο λόγος δημιουργίας των εκκολπωμάτων είναι οι αυξημένες πιέσεις που αναπτύσσονται στον αυλό του εντέρου, ιδίως σε μεγαλύτερη ηλικία και σε άτομα των οποίων η διατροφή είναι φτωχή σε φυτικές ίνες. Τα σημαντικότερα προβλήματα που μπορούν να δημιουργήσουν τα εκκολπώματα είναι η αιμορραγία και η φλεγμονή (εκκολπωματίτιδα).
Όταν το στόμιο ενός εκκολπώματος αποφραχθεί, ενεργοποιείται η διαδικασία φλεγμονής στο τοίχωμα του εντέρου. Η φλεγμονή αυτή ονομάζεται εκκολπωματίτιδα και εμφανίζεται σχεδόν στο 20% των ασθενών με εκκολπωμάτωση παχέος εντέρου.
Η εκκολπωματίτιδα προκαλεί κυρίως έντονο πόνο στην κατώτερη κοιλιακή χώρα, ειδικά στο αριστερό της τμήμα. Άλλα συμπτώματα της πάθησης είναι ο υψηλός πυρετός, η ναυτία, ο έμετος, τα ρίγη, οι διαταραχές των κενώσεων και η γενικευμένη καταβολή.
Η εκκολπωματίτιδα είναι μια νόσος που απαιτεί άμεση ιατρική αξιολόγηση, διότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές.
Η αρχική αντιμετώπιση της εκκολπωματίτιδας είναι συντηρητική και απαιτεί αντιβιοτική αγωγή (πιθανά με εισαγωγή στο νοσοκομείο). Αν ο ασθενής ωστόσο εμφανίζει υποτροπή των επεισοδίων της εκκολπωματίτιδας ή παρουσιάσει κάποια εκ των επιπλοκών της, είναι αναγκαία η χειρουργική αντιμετώπιση με τη διενέργεια κολεκτομής, μίας επέμβασης που διενεργείται πλέον λαπαροσκοπικά και κατά την οποία αφαιρείται το τμήμα του εντέρου που παρουσιάζει το πρόβλημα.
Η λαπαροσκοπική κολεκτομή επιλέγεται στις περισσότερες περιπτώσεις χειρουργικής αντιμετώπισης της εκκολπωματίτιδας διότι:
Η Γαστρική Παράκαμψη μίας αναστόμωσης ή mini γαστρική παράκαμψη (One Anastomosis / Mini Gastric Bypass – OA/MGB) είναι μία τροποποίηση της κλασικής γαστρικής παράκαμψης για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, η οποία ωστόσο προκαλεί σημαντικότερη μεταβολή των ορμονών που παράγονται στο έντερο και σχετίζονται με τον έλεγχο της όρεξης.
Η mini γαστρική παράκαμψη πραγματοποιήθηκε πρώτη φορά το 1997 από τον Robert Rutledge και σήμερα, με την εξέλιξη της λαπαροσκοπικής χειρουργικής, γίνεται όλο και περισσότερο δημοφιλής ως μια ιδιαίτερα αποτελεσματική και λιγότερο χρονοβόρα εναλλακτική λύση σε σχέση με την κλασσική γαστρική παράκαμψη ή τη sleeve γαστρεκτομή.
Η διάρκεια της επέμβασης είναι περίπου 1-1½ ώρα. Αρχικά, γίνεται διαχωρισμός του στομάχου σε δύο μέρη και σχηματίζεται ένας νέος, στενότερος και μακρύς γαστρικός θύλακος που θα δέχεται λιγότερη τροφή.
Αφού σχηματιστεί ο νεοστόμαχος, ο χειρουργός τον αναστομώνει (τον ενώνει) με ένα πιο περιφερικό τμήμα εντέρου, αποκόπτοντας ουσιαστικά από την επαφή με την τροφή το αρχικό τμήμα του λεπτού εντέρου, μήκους περίπου 200 εκ. Με αυτόν τον τρόπο, το φαγητό περνάει κατευθείαν από το νέο στομάχι στο περιφερικό λεπτό έντερο, όπου εκεί πια συναντά τα πεπτικά υγρά. Έτσι, σε συνδυασμό με την ανορεξία που προκαλεί η επέμβαση μειώνεται σημαντικά και η απορρόφηση των θερμίδων από τον οργανισμό, οδηγώντας σε σημαντική απώλεια βάρους.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι ασθενείς και οι χειρουργοί επιλέγουν την mini γαστρική παράκαμψη. Μερικά από τα σημαντικότερα οφέλη της συγκεκριμένης τεχνικής είναι:
Λόγω των παραπάνω πλεονεκτημάτων, η mini γαστρική παράκαμψη θεωρείται μια απλή, ασφαλής και αποτελεσματική επέμβαση για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του μεταβολικού συνδρόμου, με τη δημοτικότητά της να αυξάνεται διαρκώς.
Ο υπερπαραθυρεοειδισμός είναι το σύνδρομο που προκαλείται από υπερλειτουργία των παραθυρεοειδών αδένων. Οι αδένες αυτοί είναι συνήθως τέσσερις, εντοπίζονται πίσω από τον θυρεοειδή αδένα και είναι υπεύθυνοι για τη ρύθμιση του ασβεστίου, μέσω της ορμόνης παραθορμόνη, που παράγουν. Ανάλογα με την αιτιολογία του, ο υπερπαραθυρεοειδισμός διακρίνεται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή.
Ο πρωτοπαθής υπερπαρθυρεοειδισμός οφείλεται κατά 80% σε αδένωμα εντοπισμένο σε κάποιο παραθυρεοειδή αδένα, σε ποσοστό 15-20% σε υπερπλασία και υπερλειτουργία και των 4 αδένων και σε ποσοστό περίπου 1% σε καρκίνο. Είναι σχετικά σπάνια νόσος και συνήθως αποτελεί τυχαίο εύρημα κάποιου εργαστηριακού ελέγχου.
Ο δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός συνδυάζεται σχεδόν πάντα με υπερπλασία και των 4 αδένων. Είναι πιο συχνός σε άτομα με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Σπανιότατα, επί εδάφους υπερπλασίας των αδένων, κάποιος αδένας αυτονομείται με τη συνακόλουθη εμφάνιση του λεγόμενου τριτογενούς υπερπαραθυρεοειδισμού.
Η νόσος μερικές φορές διατρέχει ασυμπτωματικά και η διάγνωση γίνεται τυχαία. Τις περισσότερες φορές όμως, η συμπτωματολογία έχει τρεις άξονες:
Η μόνη αποτελεσματική θεραπεία για την αντιμετώπιση του υπερπαραθυρεοειδισμού είναι η χειρουργική επέμβαση (αφαίρεση του πάσχοντος παραθυρεοειδούς αδένα) Η χειρουργική εξαίρεση προσφέρει άμεση ίαση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού, υποχώρηση των συμπτωμάτων της νόσου και ομαλοποίηση της ποιότητας ζωής. Επιπρόσθετα, προλαμβάνονται απώτερες επιπλοκές της νόσου, όπως η οστεοπόρωση, νεφρολιθίαση και καρδιακή ανεπάρκεια.
Η επέμβαση της παραθυρεοειδεκτομής για μονήρες αδένωμα (που έχει εντοπιστεί με ειδικές εξετάσεις προεγχειρητικά), γίνεται με μια πολύ μικρή τομή στον λαιμό, οπότε αφαιρείται ο υπεύθυνος διογκωμένος σύστοιχος παραθυρεοειδής αδένας. Η επέμβαση γίνεται με γενική αναισθησία και κατά την διάρκεια του χειρουργείου, η δραστική πτώση της τιμής της παραθορμόνης, εντός 10-20 λεπτών μετά την αφαίρεση του αδενώματος, επιβεβαιώνει την επιτυχία της επέμβασης.
Στον δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό όπου η πάθηση οφείλεται σε υπερλειτουργία όλων των αδένων, η επέμβαση περιλαμβάνει την εκτομή του 90% των παραθυρεοειδών αδένων και την αυτομεταμόσχευση 50-70γρ παραθυρεοειδικού ιστού στο αντιβράχιο.
Σε περιπτώσεις παραθυρεοειδικού καρκινώματος απαιτείται ριζική ογκολογική εκτομή.


Στοιχεία Επικοινωνίας