
Η διαλειμματική νηστεία αποτελεί μια εναλλακτική μέθοδο ελάττωσης της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης, η οποία όταν εφαρμοστεί σωστά μπορεί να συμβάλλει στην υιοθέτηση ενός πιο υγιεινού μοτίβου ζωής. Είναι όμως η διαλειμματική νηστεία κατάλληλη για όλους ;
Η διαλειμματική νηστεία είναι μια διατροφική επιλογή η οποία περιλαμβάνει εναλλασσόμενες περιόδους νηστείας και κατανάλωσης τροφής. Ως εκ τούτου, η διαλειμματική νηστεία δεν καθορίζει τι πρέπει να τρώμε, αλλά το πότε πρέπει να τρώμε και αυτό τη διαφοροποιεί από τις υπόλοιπες δίαιτες.
Σκοπός της διαλειμματικής νηστείας είναι η χρονική ελάττωση του παράθυρου διατροφής, του διαστήματος δηλαδή στο οποίο καταναλώνονται όλα τα γεύματα. Εκτός αυτού, τα γεύματα δεν είναι τις περισσότερες φορές καθορισμένα. Έτσι, το άτομο επιλέγει τι θα φάει κατά την επιτρεπόμενη περίοδο ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχει περιορισμός και στην ποσότητα της τροφής.
Η διαλειμματική νηστεία έχει διάφορες παραλλαγές, ωστόσο οι πιο αναγνωρισμένοι τύποι (μοτίβα) εφαρμογής είναι οι παρακάτω:
Κατά τη διάρκεια της νηστείας μπορεί να καταναλωθεί :
Στο παράθυρο διατροφής :
Διάφορες μελέτες έχουν καταδείξει πως η διαλειμματική νηστεία μπορεί να συμβάλλει στη σημαντική απώλεια βάρους και ταυτόχρονα να είναι ευεργετική για κάποιες παθήσεις. Η διαλειμματική νηστεία δύναται να :
Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως υπάρχουν και αναλύσεις που υποδεικνύουν ότι η λανθασμένη, ακραία και για μεγάλο χρονικό διάστημα εφαρμογή της διαλειμματικής νηστείας, μπορεί να έχει και αρνητικές επιπτώσεις. Ως εκ τούτου, πρέπει ο καθένας να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην εφαρμογή της διαλειμματικής νηστείας και να μην υπερβαίνει τα όριά του.
Η διαλειμματική νηστεία μελετάται συστηματικά τα τελευταία χρόνια, γι’ αυτό τον λόγο τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τις επιπτώσεις σε μακροπρόθεσμη βάση είναι απόντα. Ίσως το κυριότερο μειονέκτημα της διαλειμματικής νηστείας είναι πως το άτομο έρχεται αντιμέτωπο συχνά με το αίσθημα της πείνας. Τι σημαίνει πρακτικά όμως αυτό ;
Η «πείνα» συνδέεται με αίσθημα αδυναμίας, κόπωσης και μειωμένης διάθεσης και αρκετά συχνά δημιουργεί αίσθηση στέρησης. Τα παραπάνω μπορούν να οδηγήσουν το άτομο που εκτελεί διαλειμματική διατροφή σε υπερφαγία, όταν έρθει η στιγμή της κατανάλωσης τροφής (παράθυρο διατροφής). Συνεπώς, η μεγάλη πρόσληψη θερμίδων σε συνδυασμό με την ελευθερία που έχει το άτομο να επιλέξει το φαγητό της αρεσκείας του οδηγεί τις περισσότερες φορές στην πρόσληψη περισσότερων θερμίδων. Αυτό συμβαίνει γιατί οι διατροφικές επιλογές σχετίζονται με γρήγορα και έτοιμα φαγητά (π.χ. πίτσες), τα οποία ως επί το πλείστο είναι πλούσια σε θερμίδες.
Η υπερφαγία που ενδεχόμενα μπορεί να προκαλέσει η ασύδοτη χρήση της διαλειμματικής νηστείας είναι ο κίνδυνος όταν η τακτική αυτή χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει πως σε ασθενείς με παχυσαρκία (ΔΜΣ >30 kg/m2), η διαλειμματική νηστεία δεν είχε στατιστικά καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με παχύσαρκους ασθενείς που ακολούθησαν μία δίαιτα χωρίς περίοδο νηστείας, ακόμα κι αν εφαρμόστηκε πιο αυστηρό διατροφικό πλάνο στο παράθυρο διατροφής.
Εκτός αυτού, οι ορμονικές και μεταβολικές επιπτώσεις της διαλειμματικής διατροφής καθιστά μη ενδεικνυόμενη τη μέθοδο αυτή σε:
Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας πραγματοποιείται μόνο μέσα από καλά τεκμηριωμένες ιατρικές παρεμβάσεις, τόσο συντηρητικές όσο και χειρουργικές, και πάντα μετά εκτίμησης από εξειδικευμένους ιατρούς. Εάν αναζητείτε λύση για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, επικοινωνήστε με το Γενικό Χειρουργό Δρ. Χαράλαμπο Σπυρόπουλο. Ο Δρ. Χαράλαμπος Σπυρόπουλος κατέχει μακρόχρονη εμπειρία και εξειδίκευση στη χειρουργική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Ο Δρ. Χαράλαμπος Σπυρόπουλος είναι Διευθυντής της Κλινικής Ελάχιστα Επεμβατικής Χειρουργικής Πεπτικού Συστήματος / Παχυσαρκίας & Διαβήτη του Νοσοκομείου ΙΑΣΩ και Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρίας Παχυσαρκίας (ΕΧΕΠ).

Στοιχεία Επικοινωνίας